previous next


Gentiles are denominative nouns denoting belonging to or coming from a particular country, nation, or city. Gentiles are formed from proper nouns by secondary suffixes.

1. ευ (nom. -εύς, gen. -έως, masc.), ιδ (nom. -ίς, gen. ίδ-ος, fem.):

Πλαταιεύς -έως, Πλαταιΐς -ίδος a Plataean ( Πλάταια); Ἐρετριεύς an Eretrian ( Ἐρέτρια); Μεγαρεύς, Μεγαρίς a Megarian (τὰ Μέγαρα); Αἰολεύς Aeolian (Αἴολος, mythical ancestor of the Aeolians).

a. -ίς (-ίδος) may denote a land or a dialect: Δωρίς (γῆ) Doris; Αἰολίς (γλῶττα) the Aeolic dialect.

2. τα_ (nom. -τη-ς, masc.), τιδ (nom. -τις, fem.): Τεγεά_-της, Τεγεᾶ-τις of Tegea ( Τεγέα_); Σπαρτ-ιά_-της, Σπαρτ-ιᾶ-τις of Sparta ( Σπάρτα_); Αἰγι_νή-της, Αἰγι_νῆ-τις of Aegina ( Αἴγι_να); Συβαρ-ί_-της, Συβαρ-ῖ-τις Sybarite ( Σύβαρις); Σικελι-ώ-της, Σικελι-ῶ-τις Siciliote ( Σικελία_).

a. The endings -ι_της, -ωτης are due to analogy; see 843 a. N.

3. Other gentiles, properly adjectives, end in -ιος, -ια_, as Ἀθηναῖο-ς, -αία_ of Athens (αἱ Ἀθῆναι), Μι_λήσ-ιο-ς for Μι_λητ-ιο-ς of Miletus (Μί_λητος), Ὀπούντιο-ς of Opus (Ὀποῦς); (ικός, (ικά_, as Ἰων-ικός Ionic (Ἴων-ες Ionians); νό-ς, νή preceded by α_η), ι_, as Σαρδι-α_νό-ς of Sardis (Σάρδεις), Λαμψακ-ηνό-ς of Lampsacus (Λάμψακος), Βυζαντ-ῖνο-ς Byzantine (Βυζάντιον). See 863 b. 12.

hide Display Preferences
Greek Display:
Arabic Display:
View by Default:
Browse Bar: