I. mostly of persons, hurt, do a mischief to, μήπως [ἵππους] δηλήσεαι, by accident, Il.23.428; also on purpose, “Ἀχαιοὺς ὑπὲρ ὅρκια δηλήσασθαι” 4.67; ἠέ σε . . ἄνδρες ἐδηλήσαντο did thee a mischief, i.e. slew thee, Od.11.401; μή με . . δηλήσεται ὀξέϊ χαλκῷ (Ep. subj.) 22.368; of the sword, ῥινὸν δηλήσατο χαλκός ib. 278; “ἄλλον δηλήσομαι, ἄλλον ὀνήσω” h.Merc.541; “δ. τινὰ ἔργμασι λυγροῖς” Mimn.7, = Thgn.795: in Ion. Prose, “ἵνα μὴ ἔχοιέν σφεας δηλέεσθαι” Hdt.6.36, cf. 7.51; “πλεῖστόν σφεας ἐδηλέετο ἡ ἐσθής” Id.9.63; “τοὺς . . ποτῷ δαλήσατο Κίρκα” Theoc.9.36.
II. of things, damage, spoil, “καρπὸν ἐδηλήσαντ᾽” Il.1.156; so in Hdt., “γῆν δ. πολλά” 4.115; “ἅλμην ἐπανθέουσαν, ὥστε καὶ τὰς πυραμίδας δηλέεσθαι” Id.2.12: freq. in Hom. in the phrase, ὅρκια δηλήσασθαι violate a truce, Il.3.107, al.; of thieves, μή τις . . δηλήσεται (Ep. subj.) should steal them, Od.8.444, cf. 13.124.

