previous next


1. Ἄρης () Ares, stems Ἀρεσ-, Ἀρευ- from Ἀρες ϝ-. G. Ἄρεως (poet. Ἄρεος), D. Ἄρει, A. Ἄρη (poet. Ἄρεα), Ἄρην. Epic G. Ἄρηος, Ἄρεος, D. Ἄρηι, Ἄρεϊ, A. Ἄρηα, Ἄρην. Hdt. Ἄρεος, Ἄρει, Ἄρεα. Aeolic Ἄρευς, Ἄρευος, etc.

2. ἀρήν (, ) lamb, sheep, stems ἀρεν-, ἀρν-, ἀρνα-. Thus, ἀρν-ός, ἀρν-ί, ἄρν-α, ἄρν-ες, ἀρν-ῶν, ἀρνά-σι (Hom. ἄρν-εσσι), ἄρν-ας (declined like a subst. in -ηρ). Nom. ἀρήν occurs on inscript. but ἀμνός (2 decl.) is commonly used.

3. γάλα (τό) milk (133), γάλακτ-ος, γάλακτ -ι, etc.

4. γέλως () laughter, γέλωτ-ος, etc. Attic poets A. γέλωτα or γέλων. Hom. has D. γέλῳ, A. γέλω, γέλων or γέλοι (?) from Aeol. γέλος. Cp. 257 D.

5. γόνυ (τό) knee, γόνατ-ος, etc. Ionic and poetic γούνατ-ος, γούνατ-ι, etc. Epic also γουν-ός, γουν-ί, γοῦν-α, pl. γούν-ων, γούν-εσσι (250 D. 2). The forms in ου are from γονϝ- (37 D. 1, 253 c); cf. Lat. genu.

6. γυνή () woman, γυναικ-ός, γυναικ-ί, γυναῖκ-α, γύναι (133); dual γυναῖκ-ε, γυναικ-οῖν; pl. γυναῖκ-ες, γυναικ-ῶν, γυναιξί, γυναῖκ-ας. The gen. and dat. of all numbers accent the last syllable (cp. ἀνήρ). Comic poets have A. γυνήν, γυνάς, N. pl. γυναί.

7. δάκρυον (τό) tear, δακρύου, etc., in prose and poetry. δάκρυ (τό) is usually poetic, D. pl. δάκρυσι.

8. δένδρον (τό) tree, δένδρου, etc. Also D. sing. δένδρει, pl. δένδρη, δένδρεσι. Hdt. has δένδρον, δένδρεον and δένδρος.

9. δέος (τό) fear (δεεσ-), δέους, δέει. Hom. δείους, 55 D. Cp. 265.

10. δόρυ (τό) spear, δόρατ-ος, δόρατ-ι, pl. δόρατ-α, etc. Poetic δορ-ός, δορ-ί (also in prose) and δόρ-ει (like ἄστει). Ionic and poetic δούρατ-ος, etc., Epic also δουρ-ός δουρ-ί, dual δοῦρ-ε, pl. δοῦρ-α, δούρ-ων, δούρ-εσσι (250 D. 2). The forms with ου are from δορϝ- (37 D. 1).

11. ἔρως () love, ἔρωτ-ος, etc. Poetical ἔρος, ἔρῳ, ἔρον. Cp. 257 D.

12. Ζεύς () Zeus, Δι-ός, Δι-ί, Δί-α, Ζεῦ. Ζεύς is from Διευς, Δι-ός, etc., from Διϝ-. Ionic and poetic Ζηνός, Ζηνί, Ζῆνα.

13. θέμις () justice and the goddess Themis (θεμιδ-), θέμιδ-ος, θέμιδ-ι, θέμι-ν. Hom. has θέμιστ-ος, etc. Pind. θέμιτ-ος, θέμι-ν, θέμιτ-ες. Hdt. θέμι-ος. In the phrase θέμις εἶναι fas esse (indic. θέμις ἐστί), θέμις is indeclinable.

14. κάρα_ (τό) head (poetic) used in Attic only in N. A. V. sing., but dat. κάρᾳ. Other cases are from the stem κρα_τ-, G. κρα_τ-ός, D. κρα_-τί; also τὸ κρᾶτ-α N. A. sing., κρᾶτ-ας A. pl.

Epic shows the stems κρα_ατ-, κρα_τ-, καρηατ-, καρητ-. N. κάρη, G. κρά_ατος, κρα_τός, καρήατος, κάρητος, D. κρά_ατι, κρα_τί, καρήατι, κάρητι, A. κάρ. N. pl. κάρα_, κρά_ατα, καρήατα, and κάρηνα, G. κρά_των, καρήνων, D. κρα_σί, A. κρᾶτα.

15. κύων: (, ) dog, κυν-ός, κυν-ί, κύν-α, κύον; κύν-ε, κυν-οῖν; κύν-ες, κυν-ῶν, κυσί, κύν-ας.

16. λᾶας () stone, poetic also λᾶς, G. λᾶος (or λά_ου), D. λᾶϊ, A. λᾶαν, λᾶα; dual λᾶε; pl. λᾶ-ες, λά_-ων, λά_-εσσι, λά_-εσι.

17. μάρτυς (, ) witness, μάρτυρ-ος, etc., but D. pl. μάρτυ-σι. Hom. has N. μάρτυρος, pl. μάρτυροι.

18. Οἰδίπους () Oedipus, G. Οἰδίποδος, Οἰδίπου, Οἰδιπόδα_ (Dor.), D. Οἰδίποδι, A. Οἰδίπουν, Οἰδιπόδα_ν, V. Οἰδίπους, Οἰδίπου.

19. ὄνειρος () and ὄνειρον (τό, Ionic and poetic) dream, ὀνείρου, etc., but also ὀνείρατ-ος, etc. τὸ ὄναρ only in N. A.

20. ὄρνι_ς (, ) bird (257). A. ὄρνι_θα and ὄρνι_ν (247). Poetic ὄρνι^ς, A. ὄρνι^ν; pl. N. ὄρνεις, G. ὄρνεων, A. ὄρνεις or ὄρνι_ς. Dor. G. ὄρνι_χ-ος, etc.

21. ὄσσε dual, two eyes, pl. G. ὄσσων, D. ὄσσοις (-οισι).

22. οὖς (τό) ear, ὠτ-ός, ὠτ-ί, pl. ὦτ-α, ὤτ-ων (252 a), ὠσί; from the stem ὠτ- contracted from οὐςατ-, whence ο᾽[υγλιδε]ατ-. οὖς is from ὀος, whence also the Doric nom. ὦς. Hom. G. οὔατ-ος, pl. οὔατ-α, οὔασι and ὠσί.

23. Πνύξ () Pnyx (128), Πυκν-ός, Πυκν-ί, Πύκν-α, and also Πνυκ-ός, Πνυκ-ί, Πνύκ-α.

24. πρεσβευτής () envoy has in the pl. usually the forms of the poetic πρέσβυς old man, properly an adj., old. Thus, N. sing. πρεσβευτής, G. πρεσβευτοῦ, etc., N. pl. πρέσβεις, G. πρέσβεων, D. πρέσβεσι, A. πρέσβεις (rarely πρεσβευταί, etc.). πρέσβυς meaning old man is poetic in the sing. (A. πρέσβυν, V. πρέσβυ) and pl. (πρέσβεις); meaning envoy πρέσβυς is poetic and rare in the sing. (dual πρεσβῆ from πρεσβεύς). πρεσβύ_της old man is used in prose and poetry in all numbers.

25. πῦρ (τό) fire (πυ^ρ-, 254 b), πυρ-ός, πυρ-ί, pl. τὰ πυρά watch-fires, 2nd decl.

26. ὕδωρ (τό) water, ὕδατ-ος, ὕδατ-ι, pl. ὕδατ-α, ὑδάτ-ων, etc. Cp. 253 b.

27. υἱός () son has three stems: 1. υἱο-, whence υἱοῦ, etc., according to the 2nd decl. 2. υἱυ-, whence υἱέος, υἱεῖ, dual υἱεῖ, υἱέοιν, pl. υἱεῖς, υἱέων, υἱέσι, υἱεῖς. The stems υἱο- and υἱυ-, usually lose their ι (43): ὑοῦ, ὑέος, etc. 3. υἱ- in Hom. G. υἷος, D. υἷι, A. υἷα, dual υἷε, pl. υἷες, υἱάσι, υἷας.

28. χείρ () hand, χειρ-ός, χειρ-ί, χεῖρ-α; dual χεῖρ-ε, χερ-οῖν; pl. χεῖρ-ες, χειρ-ῶν, χερ-σί, χεῖρ-ας. Poetic also χερ-ός, χερ-ί, etc.; dual, χειρ-οῖν. Att. inscr. have χειροῖν, χειρσί. Hom. agrees with Att. prose and Hdt. except that he has also χερ-ί, χείρ-εσσι χείρ-εσι.

29. χρώς () skin, χρωτ-ός, χρωτ-ί (but χρῷ in the phrase ἐν χρῷ), χρῶτα. Poetic χρο-ός, χρο-ί_, χρό-α, like αἰδώς, 266.

hide Display Preferences
Greek Display:
Arabic Display:
View by Default:
Browse Bar: